Γιατί Αξίζει να Ρισκάρουμε;

Οι περισσότεροι από εμάς διαλέγουμε την εύκολη δίοδο και τον πιο πολυταξιδεμένο δρόμο για να πορευτούμε στη ζωή μας, αποφεύγοντας να εκτεθούμε σε τρίτα πρόσωπα και κυρίως στον εαυτό μας.

Η Δύναμη της Μάζας και της ασφαλούς -επισφαλώς οριοθετημένη- κουλτούρας γύρω από την αντίληψη που έχουμε διαμορφώσει και αποφασίσει να εφαρμόσουμε σε καθημερινή βάση, τείνει να υπερκαλύψει τη μοναδικότητα του ατόμου.

Ακολουθούμε μια ρουτίνα σκέψεων, εκφράσεων, ενεργειών και συναισθημάτων, η οποία δε ξεφεύγει από τη νόρμα της τάξεως των πραγμάτων.

Αρνούμαστε πεισματικά να επισκεφθούμε άγνωστα μέρη του εγκεφάλου μας και να τον προκαλέσουμε να τεθεί σε λειτουργία για κάτι καινούριο, μη αποθηκευμένο στο προεπιλεγμένο εγχειρίδιο χρήσης.

Έχουμε αρκεστεί και επαναπαυθεί κομφορμιστικά σε ένα τρόπο ζωής, ο οποίος θα φάνταζε πληκτικά κοινός, αν τον βλέπαμε από μια εξωτερική οπτική γωνία.

Ο μόνος τρόπος για να αντιληφθούμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε από τη ζωή μας είναι να βρούμε το θάρρος και να πάρουμε το ρίσκο να το αποκαλύψουμε ή ακόμα καλύτερα να φτάσουμε στο σημείο αυτό, όπου θα αποκαλυφθεί σε εμάς αβίαστα, έπειτα από μια συλλογικά και παραγωγικά προσωπική προσπάθεια.

Αρκετοί συγχέουν το ρίσκο με την απερισκεψία, όμως ο χαρακτηρισμός αυτός φαίνεται να είναι μια καλοστολισμένη δικαιολογία, στην αδυναμία τους να συλλάβουν τη σημασία της έννοιας που τους μοιάζει -τουλάχιστον- τρομακτική

Όταν παίρνεις το ρίσκο να κάνεις κάτι διαφορετικό σημαίνει πως έχεις την ικανότητα να επιλέξεις τη προσωπική ικανοποίηση κάτω από περιστάσεις όπου άλλοι διαλέγουν την τρέλα.

Πολύ απλά…

Επιλέγεις την αλλαγή και όχι τη στασιμότητα. Η αδρεναλίνη που εκκρίνει ο οργανισμός σου την ώρα που επιχειρείς να πετύχεις με όλο σου το είναι, κάτι καινούριο, σε αποζημιώνει στο έπακρο, ανεξαρτήτως εκβάσεως.

Δημιουργείς τα δικά σου θεμέλια για μια πραγματικότητα στα μέτρα σου. Έτσι, οι αποφάσεις για κάθε ενέργειά σου θα είναι όλο και περισσότερο προσωπικά σου αποκτήματα.

Κατανοείς περισσότερο τον εαυτό σου μέσα από τις επικείμενες δυσκολίες, οι οποίες θα σε μετατρέψουν σε μια πιο δυνατή και σταθερή προσωπικότητα.

Δε συμβιβάζεσαι με τη μετριότητα και αναζητάς τη συνεχή εξέλιξη. Τα αποτελέσματα που φέρει ένα νέο εγχείρημα, είτε είναι θετικά είτε αρνητικά, σε ωθούν σε μια διαρκή διερεύνηση και εξέταση των ορίων και των δυνατοτήτων σου.

Η εκμηδένιση φανταστικών παραμέτρων που μας κρατούν μακριά από όμορφες και καινούργιες εμπειρίες, είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδίζουμε καθημερινά, προκειμένου να ακολουθήσουμε τη προσωπική μας κατεύθυνση και να ζήσουμε μια όσο το δυνατόν γεμάτη και παραγωγική ζωή, απαλλαγμένη από υποθετικά τροχοπέδια.

Γιατί δεν αντέχουμε να είμαστε ευτυχισμένοι;

Προσπαθώντας να απαντήσουμε στο καίριο ερώτημα του «Ποιοί Είμαστε», συνειδητοποιώ πως χαθήκαμε στο δρόμο της επίλυσης αυτού του μπλεγμένου κουβαριού και κάναμε τη ζωή μας πιο δύσκολη απ’ όσο είναι.

Οι νεότεροι –κυριολεκτικά- εαυτοί μας θα γελούσαν αν τους δείχναμε τη τωρινή ψυχοσωματική κατάστασή μας.

Αλήθεια, έχετε βάλει ποτέ το νεότερο εαυτό σας, ως κριτή αυτού που είστε τώρα;

Σίγουρα, η εμπειρία, η πνευματική εξέλιξη και τα καθημερινά βιώματα έχουν διαμορφώσει μια πιο στέρεα και δυνατή ύλη για να αντιμετωπίσουμε τη καθημερινότητά μας.

Όμως, μήπως, ο τρόπος που χρησιμοποιούμε αυτά τα αποκτήματα είναι κατά ένα μέρος «ανώριμος», με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε διαρκώς σε ένα δρόμο με αρκετές αδιέξοδες διεξόδους; Ακούγεται οξύμωρο, αλλά τις περισσότερες φορές βρίσκουμε προβλήματα στις λύσεις και όχι λύσεις σε –πιθανά- προβλήματα.

Ως μικρά παιδιά αποφεύγαμε όσους ήταν μουτρωμένοι, ενώ πλησιάζαμε όσους χαμογελούσαν. Αντίθετα, ως «ενήλικες» θεωρούμε παράλογο και ύποπτο το χαμόγελο κάποιου, κάνοντας τα πάντα για να φιλτράρουμε, να διυλίσουμε, να απομυζήσουμε και τελικά να σπαταλήσουμε άσκοπα όση θετική ενέργεια θα μπορούσαμε, διαδραστικά, να εκμεταλλευτούμε αμφότεροι, ενώ θεωρούμε ενδιαφέρον και ευπρεπές ένα πρόσωπο αγέλαστο και ανέκφραστο, ευελπιστώντας να κερδίσουμε κάτι από τη σοβαροφάνειά του.

Κατά κάποιο τρόπο, αρχίσαμε να διστάζουμε και να αμφισβητούμε το ένστικτό μας. Το μυαλό μας βαθμιαία ποτίστηκε από αλλεπάλληλες απογοητεύσεις και θέσαμε τον εγκέφαλό μας σε αυτόματη λειτουργία, με στόχο την αποφυγή και όχι την επίλυση.

Επιλέγουμε να καταφύγουμε σε ανθυγιεινές συνήθειες για το σώμα και το μυαλό μας, μουδιάζοντας βραχυπρόθεσμα και προσωρινά τις αισθήσεις μας.

Δουλεύουμε κάπου, για κάποιον και σε κάτι που δε μας καλύπτει, καταναλώνουμε υπέρμετρα ψυχολογικό φαγητό, δεν εξελισσόμαστε πνευματικά, δε φροντίζουμε το σώμα μας, δεν ασκούμαστε, δε θέτουμε τα όριά μας και όπως είναι επόμενο, δε καταλήγουμε ποτέ στην απάντηση της ερώτησης που προαναφέρθηκε σχετικά με την υπαρξιακή μας υπόσταση, αλλά αντιθέτως απομακρυνόμαστε με γεωμετρική πρόοδο από αυτή, (αυτό)υπονομεύοντάς τη.

Έτσι, καλύπτουμε αυτό το κενό γκρινιάζοντας, κρατώντας κακίες, παίζοντας παιχνίδια μυαλού, εξαπατώντας τους άλλους και πρωτίστως τον εαυτό μας.

Αυτό συμβαίνει γιατί…

Ψάχνουμε να βρούμε από άλλους τις απαντήσεις που μπορούμε να δώσουμε μόνοι μας

Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι μεγαλώσαμε, εξαρτώμενοι από τους καθωσπρεπισμούς και τους κανόνες μιας κοινωνίας που κατά βάθος δεν αποδεχόμαστε. Ενδόμυχα και υποσυνείδητα κινούμαστε στη τροχιά μιας ιεροτελεστίας γύρω από το πώς πρέπει να σκεφτόμαστε, πώς να συμπεριφερόμαστε, τι είναι όμορφο, τι είναι επιτυχία και πάει λέγοντας. Το κακό είναι, ότι ενώ το αντιλαμβανόμαστε, δε το αλλάζουμε. Όταν σταματήσουμε να κάνουμε ό,τι κάνουν –ή ό,τι θέλουν- οι άλλοι και αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και να ακούμε σύμφωνα με τα θέλω και τα πιστεύω μας, θα βρούμε ακριβώς αυτό που ψάχνουμε νοερά και πραγματικά.

Αισθανόμαστε ένοχοι που ζούμε για εμάς

Ελευθερία για μένα είναι να ζεις τη ζωή που επιλέγεις, αρκεί να μη παρεμβαίνεις και να μη ξεπερνάς τα όρια της ζωής του άλλου. Πολλές φορές, χανόμαστε σε ταυτότητες τρίτων, προσπαθώντας να καλύψουμε τις προσδοκίες τους, κάνοντας διάφορα για να τους εντυπωσιάσουμε. Παίρνω την ευθύνη, λοιπόν, να δηλώσω κατηγορηματικά το πόσο λάθος είναι η στάση αυτή. Επομένως, αναθεωρούμε, καταγράφουμε τους στόχους, τα όνειρα και τις επιθυμίες μας και παραμένουμε ακλόνητοι και ανεπηρέαστοι από κάθε τυχόν τοξικό εξωτερικό παράγοντα.

Περιβαλλόμαστε από στάσιμους ανθρώπους

Δεν έχει σημασία αν κάποιος είναι παλιός μας φίλος, σύντροφος, συγγενής ή απλά ένας γνωστός. Ακούγεται σκληρό, αλλά αν κάποιος από τους προαναφερθέντες μας προκαλούν δυσάρεστα συναισθήματα και έχουν αφήσει πάνω μας φορτίο που αρνούνται να διαχειριστούν μόνοι τους, καλύτερα να κρατηθούν σε μια απόσταση. Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να μένει πίσω για να κουβαλήσει «ξένα» βάρη.

Ανταγωνιζόμαστε χωρίς λόγο

Προσωπικά, βρίσκω αρκετό ενδιαφέρον στην έννοια του ανταγωνισμού, αλλά αν ανταγωνιζόμαστε τους πάντες, χρησιμοποιώντας τον ως αυτοσκοπό και όχι ως μέσο, θα ξεχάσουμε ποιον θέλουμε να ξεπεράσουμε και το που θέλουμε να φτάσουμε. Από την άλλη, αν ανταγωνιζόμαστε καθημερινά τη προηγούμενη έκδοση του εαυτού μας, θα γίνουμε αναπόφευκτα καλύτεροι.

Παίρνουμε χωρίς να δίνουμε

Είναι λυπηρό να είμαστε παρατηρητές της ζωής μας και να μην εμπλακούμε σε αυτή στο μέγιστο. Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό, είναι να σταματήσουμε να «λαμβάνουμε», χωρίς να «επιστρέφουμε». Η ζωή βασίζεται στο σύστημα «δούναι και λαβείν» και λειτουργεί εύρυθμα μόνο αν γίνεται ανιδιοτελώς. Ένα ειλικρινές και καλοπροαίρετο σχόλιο είναι ένα πρώτο και «ανέξοδο» βήμα.

Επικεντρωνόμαστε στην εικόνα και όχι στην ουσία

Λανθασμένα επιζητούμε προσοχή και όχι σεβασμό. Θέλουμε να είμαστε αρεστοί από τους πολλούς, αντί να ψάχνουμε τη διαφορετικότητα και τη μοναδικότητα. Φοράμε μάσκες για να συμβιβαστούμε στην εικόνα που θεωρούμε ότι προσδοκούν οι άλλοι και κυνηγάμε μπουσουλώντας τη ματαιοδοξία μας, καταλήγοντας δουλοπάροικοί της.

Αποφεύγουμε την αλήθεια

Ποτέ κανείς δε βγήκε κερδισμένος από ψέματα και ημιαλήθειες. Η απόκρυψη και η αποφυγή της αλήθειας από τους άλλους και κυρίως από τον εαυτό μας, είναι το χειρότερο και μακροβιότερο βασανιστήριο. Η αντιμετώπιση της αλήθειας πονάει, αλλά αξίζει στο έπακρο, διότι τα μακροπρόθεσμα οφέλη της μας αποζημιώνουν πάντα.

Αναβάλλουμε τη λήψη αποφάσεων

Είναι προτιμότερο να πάρεις μια απόφαση, η οποία θα αποδειχθεί «κακή επιλογή», παρά να μη πάρεις καμία. Η αναποφασιστικότητα απλώς καθυστερεί καταστάσεις, ενώ μια κακή απόφαση θα μας διδάξει να κάνουμε καλύτερες μελλοντικές επιλογές. Είναι γνωστό ότι, στο τέλος, μετανιώνουμε για κάτι που δεν κάναμε, για σχέσεις που φοβηθήκαμε να τολμήσουμε γιατί ξεπερνούσαν τα συναισθήματα που ξέραμε πως είχαμε ως τότε, για αποφάσεις που περιμέναμε πολύ και αργήσαμε να πάρουμε…

Πως Συνδέεται η “Λογική” με το “Συναίσθημα”

Η “Λογική” και το “Συναίσθημα” είναι δύο θεμελιακά αντικρουόμενες έννοιες. Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, είναι η υπεροχή του ενός έναντι του άλλου και αντίστροφα.

Κατά τη γνώμη μου, αν αποδεχτούμε αυτή τη πρόκληση, είμαστε εξ αρχής χαμένοι και αυτό γιατί ακριβώς έχουμε πιστέψει τυφλά ή αλλιώς “θεμελιακά” -όπως πολλοί άκριτα συμφωνήσατε παραπάνω-, ότι οι δύο αυτές έννοιες πρέπει να αντιτίθενται.

Είναι στη φύση μας να κατηγορούμε τις συνθήκες και τις περιστάσεις της ζωής μας για αυτό που οι ίδιοι είμαστε. Πρακτικά, μέσω αυτού υποδηλώνεται η αδυναμία ανάληψης ευθύνης για τον εαυτό μας, καθώς και η οικειοθελής παραχώρησης της δυνατότητας που υπάρχει, ώστε να δημιουργηθούν και να καλλιεργηθούν εύφορα εδάφη, ακόμα κι όταν είναι -φαινομενικά- άγονα.

Η δειλία και η απουσία πρωτοβουλίας καθορίζει τη δυνατότητα δράσης μας και μας ακολουθεί σε όλες τις πτυχές της ζωής μας.

Το κακό είναι ότι αυτή η αδράνεια έχει διαποτιστεί και εντυπωθεί στο υποσυνείδητό μας τόσο βαθιά, που θεωρούμε δεδομένη την υποταγή της λογικής μας, απέναντι σε ένα “έντονο” συναίσθημα. Με αυτό το τρόπο, απλώς δικαιολογούμε επιλογές και αποφάσεις που δεν απέβησαν ορθές και αντί να αναλογιστούμε τα αίτια και την ελλιπή προσπάθεια λογικού συλλογισμού, ρίχνουμε όλη την ευθύνη στο συναίσθημα, λες και είναι κάτι έξω από εμάς και πέρα από την εμβέλεια ελέγχου μας.

Σαφώς και είναι βέβαιο πως δε μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα γύρω μας, ούτε να αποτρέψουμε μη αναστρέψιμες καταστάσεις, επειδή “έτσι θέλουμε”, αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να αφήσουμε στη τύχη το γεγονός ότι μπορούμε να διαλέξουμε το πώς θέλουμε να νιώσουμε απέναντί τους.

Καθετί που αξίζει και θέλουμε να διαρκέσει, αποκτάται μέσα από οργανωμένη προσπάθεια και απαιτεί αφοσίωση και υπομονή, γιατί οι καρποί της είναι ένας μακροπρόθεσμος στόχος που θα μετατραπεί σε μια σταθερή κατάσταση.

Επομένως, η “αποτοξίνωσή” μας από μερικούς ανθεκτικούς μύθους που συνωμοτούν ενάντια στην ατομική υπευθυνότητα, επιτυγχάνεται μέσα από μια διαδικασία σκέψης,η οποία θα αναδείξει εν τέλει τη προσωπική ικανότητά μας να αποκτήσουμε αυτοέλεγχο και να αναγνωρίσουμε ότι τα συναισθήματα δεν είναι απλώς κάποιες συγκινήσεις που αισθανόμαστε, αλλά αντιδράσεις που διαλέγουμε να επιδείξουμε.

Έτσι, θα φτάσουμε στο σημείο να καταρρίψουμε τη τετριμμένη φράση, ότι δεν είμαστε υπεύθυνοι για τα συναισθήματά μας, η οποία είναι απλά μια μοιρολατρική δήλωση.

Έχουμε συνηθίσει να εναποθέτουμε ελπίδες και να καταλογίζουμε ευθύνες σε όλους και όλα, προσπαθώντας να κρυφτούμε από τον εαυτό μας, γιατί φοβόμαστε να τον εκθέσουμε, σε περίπτωση που συνειδητοποιήσουμε πόσο σαθρός είναι ο τρόπος που σκεφτόμαστε.

Για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι κάποιος ή κάτι μας δημιουργεί ένα συναίσθημα, είτε ευχάριστο είτε δυσάρεστο, αλλά αυτό είναι απλά μια διαστρεβλωμένη αποτύπωση της πραγματικότητας.

Αντιθέτως, εμείς δημιουργούμε τη φύση του συναισθήματος, αναλόγως τη σκοπιά από την οποία βλέπουμε και σκεφτόμαστε για το εκάστοτε πρόσωπο ή κατάσταση.

Το συναίσθημα είναι μια σωματική αντίδραση σε μία σκέψη. Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, συνοψίζονται επαγωγικά στο ότι εφόσον ελέγχουμε τις σκέψεις μας και τα συναισθήματα προέρχονται από αυτές, τότε είμαστε ικανοί να ελέγχουμε και τα συναισθήματά μας, μέσω της επεξεργασίας σκέψεων που προηγούνται αυτών.

Φαίνεται πολύπλοκο, αλλά στη πραγματικότητα είναι πολύ απλό.

Γιατί Προτιμάμε το Ψέμα από την Αλήθεια

Αυτό που συνειδητοποιώ καθημερινά, είναι πως επιλέγουμε ανάγκες και επιθυμίες βάσει «φθηνών» κριτηρίων, εξαπατώντας και αποπροσανατολίζοντας τον εαυτό μας ασύστολα.

Γεμίζουμε το μυαλό μας με αφιλτράριστες πληροφορίες, οι οποίες, τις περισσότερες φορές, δεν αποτελούν γνήσιες σκέψεις μας και εθελοτυφλούμε για ένα και μόνο σκοπό: για να αισθανθούμε πιο άνετα και να αποφύγουμε ευθύνες και άβολες καταστάσεις.

Γιατί, όμως, αποφεύγουμε την αλήθεια χάριν μιας σύντομης τέρψης;

Απαιτούμε, από όσους συναναστρεφόμαστε, ειλικρίνεια κι όμως ο μεγαλύτερος ψεύτης βρίσκεται μέσα μας. Την ίδια στιγμή που επιζητούμε την αλήθεια, προσπαθούμε εναγωνίως να αναστρέψουμε –αναποτελεσματικά- γεγονότα και δεδομένα, ώστε να διαστρεβλώσουμε οικειοθελώς κάτι που ήδη ξέρουμε πως ισχύει.

Κάνουμε ερωτήσεις των οποίων οι απαντήσεις είναι ήδη γνωστές από εμάς τους ίδιους, μόνο και μόνο για να εκμαιεύσουμε μία a priori ψευδή δήλωση.

Γιατί ψάχνουμε ψεύτικες αλήθειες από τρίτους, όταν είμαστε ικανοί να κυριαρχήσουμε και να υπερβούμε τα όρια της μαζοποιημένης σκέψης που μας καθιστά υπόδουλούς της;

Μπορεί να μη γνωρίζουμε για τι λέμε ψέματα στον εαυτό μας, αλλά είναι πιο ασφαλές να υποθέσουμε ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού που αποκαλούμε «αλήθεια» σήμερα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια άμυνα ενάντια σε ένα βαθύτερο νόημα, το οποίο είναι επίπονο να αποδεχτούμε.

Λέγοντας ψέματα στον εαυτό μας, υποθηκεύουμε τις μακροπρόθεσμες ανάγκες μας, προκειμένου να ικανοποιήσουμε βραχυπρόθεσμες επιθυμίες.

Η μεγαλύτερη κενολογία-δικαιολογία με αδιαμφισβήτητη διαχρονικότητα είναι η κλασική φράση: «Ο άνθρωπος δεν αλλάζει».

Όσοι από εσάς πιστεύετε το παραπάνω άτυπο απόφθεγμα, αναλογιστείτε το εξής:

Μήπως η θεωρία αυτή είναι ένα αναχρονιστικό μοτίβο που σας επιτρέπει να το χρησιμοποιείτε ως κάλπικη συναισθηματική ασπίδα, όσων δε θέλετε να προσπαθήσετε να αλλάξετε;

Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα ως την ευκολότερη και πιο άμεση λύση κατανόησης, ας φανταστούμε έναν άνθρωπο που δηλώνει πως η ζωή του δεν είναι όπως θα ήθελε, καθώς η πραγματικότητά του δε συνάδει με όσα είχε ονειρευτεί.

Αν εξετάσουμε τη πρόταση αυτή θα εντοπίσουμε δύο «δυνητικά» ρήματα: θέλω και ονειρεύομαι.

Βιολογικά είμαστε συνδεσμολογικά κατασκευασμένοι, με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιζητούμε πάντα κάτι παραπάνω από αυτό που έχουμε. Η αίσθηση του ανικανοποίητου δεν είναι απαραίτητα αρνητική, τη στιγμή που συνδέεται με την ιδέα της περιέργειας της υγιούς αμφισβήτησης και εν τέλει της ανάπτυξης και της εξέλιξης. Είναι, όμως, καταστροφική, όταν το μετά καταστρέφει το τώρα.

Επομένως, όσα δεν έρχονται ποτέ, είναι όσα δε προσπαθήσαμε να έχουμε στο τώρα.

Το κακό είναι πως, ενώ ενδόμυχα γνωρίζουμε ότι καθετί που θεωρούμε πως αξίζει θέλει κόπο και όχι τρόπο(!), επιλέγουμε κομφορμιστικά να αντιστρέφουμε το νόημα και να επαναπαυόμαστε στο ψέμα μας.

Αυτο-εξαπατώμαστε και καταφεύγουμε στο ψέμα για να μην εκτεθούμε στην αλήθεια και χρειαστεί να την αντιμετωπίσουμε.

Εάν προφασιζόμαστε πως θέλαμε να γίνουμε επιτυχημένοι καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, οικογενειάρχες, αλλά οι περιστάσεις και τα εμπόδια δεν μας το επέτρεψαν, πρέπει να αναλογιστούμε μήπως το μόνο εμπόδιο που βρέθηκε ποτέ μπροστά μας ήμαστε εμείς, γιατί αποφασίσαμε να αφιερώσουμε το χρόνο μας και να στρέψουμε την προσοχή μας προς μια άλλη κατεύθυνση.

Εάν γνωρίζουμε ότι η δουλειά, η σχέση και ο τρόπος που τρέφουμε το σώμα και το πνεύμα μας δε μας προάγει, αλλά αντιθέτως μας φθείρει, οφείλουμε να το παραδεχτούμε με ωμή ειλικρίνεια, να παραιτηθούμε και να αποχωρήσουμε οριστικά και αμετάκλητα.

Είναι προτιμότερο να παραιτούμαστε ενσυνείδητα, παρά να προσπαθούμε ασυνείδητα.

Δυστυχώς, όμως, έχει χαραχθεί μέσα μας ένα ασθενές αλτρουιστικό πνεύμα που χαρακτηρίζει δειλό όποιον δηλώσει παραίτηση.

Έτσι, αρνούμαστε πεισματικά να σταματήσουμε να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας και συνεχίζουμε ακάθεκτοι να ζούμε σε μια πλασματική αλήθεια, την οποία εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε .

Ο μόνος που μπορεί να μας πει ψέματα είναι ο εαυτός μας και οφείλουμε να τον προστατέψουμε, ώστε να μη γίνουμε αυτόχειρες της προσωπικότητάς μας.

Πως η Απομόνωση μας Βοηθάει να Γνωρίσουμε τον Εαυτό μας

Η μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη αμάθεια εκ μέρους του ανθρώπινου γένους είναι η αδυναμία του να γνωριστεί και να μάθει τον εαυτό του.

Η παράλογη συσχέτιση της μοναξιάς και μοναχικότητας –το πρώτο είναι περιττό, ενώ το δεύτερο αναγκαίο-, έχει οδηγήσει στον εκτροχιασμό της σχέσης που έχουμε με τον εαυτό μας και μας «επιβάλλει» την αποξένωση από αυτόν.

Η πρώτη επαφή με τον εσώτατο κόσμο μας, ίσως να είναι τρομακτική, καθώς θα ανακαλύψουμε στοιχεία, ενδόμυχες σκέψεις, εσωτερικές δυνάμεις και κίνητρα που έχουμε υποκρύψει τόσο καλά, όσο να μη μπορούμε να τις διακρίνουμε εξ αρχής.

Η κραυγαλέα ανάγκη για κοινωνικοποίηση, ακόμα κι όταν είναι πλήρως αντιπαραγωγική και άγονη, έχει υποκαταστήσει την ταυτότητα της προσωπικής μας ζωής και της ωφέλιμης ιδιωτικής απομόνωσης, όσον αφορά στην ανέλιξη της παροντικής ψυχοπνευματικής μας κατάστασης.

Μαθαίνουμε να ακούμε τον θόρυβο των πολλών, για να αποφύγουμε όσα προσπαθεί να μας πει η εσωτερική φωνή μας, αφήνοντας αδιαμόρφωτη την αρχιτεκτονική δομή του χαρακτήρα μας, ο οποίος αδυνατεί να υπερβεί τα εγκόσμια περιγράμματά του και παραμένει αναχρονιστικά στάσιμος, μη εξελίσιμος και ανολοκλήρωτος.

Κάνοντας μια βουτιά στα μύχια της ψυχής μας –κι αυτό επιτυγχάνεται μονάχα όταν αποφασίσουμε υπεύθυνα και συνειδητοποιημένα να απομονωθούμε-, θα επιτύχουμε την πιο αξιοζήλευτη και ενδιαφέρουσα εξερεύνηση αναζήτησης του πιο «οικείου αγνώστου», του εαυτού μας.

Σε αυτό το κομμάτι, ελλοχεύει ο κίνδυνος να νιώσουμε μοναξιά και να βυθιστούμε σε σκέψεις που μας φθείρουν και μας πνίγουν. Να τονίσω, πως στο ταξίδι αυτό, είναι απολύτως φυσιολογικό να συναντήσουμε τέτοιου είδους νοερά τροχοπέδια , όμως, αυτό είναι το κομβικό σημείο, όπου είτε θα μας σκοτώσει, είτε θα μας κάνει πιο δυνατούς.

Βάσει –προσωπικής- λογικής, αυτός που θα αντέξει και θα εκτιμήσει αυτή τη δοκιμασία, θα θελήσει να την επαναλάβει και να κυριαρχήσει αυτής, θέτοντάς τη ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του.

Αντίθετα, εκείνος που θα κουραστεί, αυτόματα θα ονομάσει μια εν δυνάμει παραγωγική διαδικασία μοναχικότητας, ως αντικοινωνική μοναξιά.

Είναι πραγματικά λυπηρό, να ζούμε σε μία κοινωνία, που ενώ θεωρητικά υποστηρίζει πως η ιδέα της αυτό-εκτίμησης και της αυτό-εξάρτησης αποτελούν το έναυσμα μιας ποιοτικής ζωής, πρακτικά αποποιείται της ευθύνης να (εκ)παιδευτεί και να μυηθεί στην πιο ουσιαστική σχέση που θα συνάψει ποτέ, η οποία δεν είναι άλλη από την προσωπική γνωριμία με τον εαυτό του.

Η “Τύχη” ή οι “Επιλογές” Καθορίζουν τη Ζωή Μας;

Είμαστε, άραγε, θύματα των περιστάσεων ή του εαυτού μας; Ή για να θέσω πιο ξεκάθαρα αυτή τη πρακτικά ρητορική ερώτηση: είμαστε το αποτέλεσμα της τύχης ή των επιλογών μας;

Μια σύντομη -και κάπως αφοριστική- κριτική απέναντι στις δύο πιθανές απαντήσεις θα ήταν η εξής:

Ο παράγοντας “τύχη” παίρνει πάντα θέση όταν η έννοια κάθε είδους προσπάθειας, μετονομάζεται σε ευκαιρία.

Όσοι στηρίζονται σε αυτή τη γλυκιά αυταπάτη, αποτινάζουν με περίσσεια ανακούφιση το θεμελιώδες δικαίωμα της προσωπικής πρωτοβουλίας και κατηγορούν τις συνθήκες και τις περιστάσεις για ότι συμβαίνει -ή δε συμβαίνει- στη ζωή τους, παίζοντας, σε καθημερινή και αδιάλειπτη βάση, κρυφτό με την ενήλικη πλευρά της υπόστασής τους. Πολλοί αρέσκονται στο να ρίχνουν την ευθύνη σε οποιονδήποτε άλλο πέραν του εαυτού τους, μπαίνοντας αυτόματα στη θέση του θύματος, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι εκείνη, ακριβώς, τη στιγμή, σχεδιάζουν και εκτελούν την αυτοκτονία τους. Είναι οι λεγόμενοι τυχοδιώκτες, οι οποίοι κυνηγούν μια εύκολη ζωή και ελπίζουν /να τους έρθουν(!) όλα καλά”, εύχονται, δηλαδή, να έχουν μια καλή τύχη. Στο χάρτη του ελλιπούς σχεδίου τους, οι έννοιες πειθαρχεία, επιμονή, συγκέντρωση, αφοσίωση, πάθος και φυσικά, όπως προαναφέρθηκε, η έννοια της προσπάθειας, εκλείπουν.

Στον αντίποδα, υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων, που υποστηρίζει τη δύναμη της “επιλογής”. Είναι η μερίδα εκείνη, η οποία δε περιμένει ή αναβάλλει τη ζωή, αλλά τη δημιουργεί. Επαναπροσδιορίζει και στοχεύει στην επανεπινόηση καθημερινά τη ταυτότητά της κατ’επιλογή, διότι γνωρίζει ότι είναι υπεύθυνη της ελευθερίας της και όσων η πολυδιάστατη φύση της επιφέρει. Θέτει προτεραιότητες και δε βουλιάζει στη θέα των αμέτρητων “ευκαιριών”, καθώς γνωρίζει πως δεν είναι όλες κατάλληλες για εκείνη. Καταφέρνει βιοαναδραστικά να επιπλεύσει σε ένα κόσμο τυχαιότητας και επιδιώκει ενεργητικά την αυτοσυντήρηση της πνευματικότητάς της, έχοντας τη ως οδηγό της εξελικτικής της σταδιοδρομίας. Όσοι ανήκουν στην ομάδα αυτή, καλλιεργούν τον χαρακτήρα τους μέσα από μια αδιάκοπη φωτογραφική συλλογή πεπραγμένων, τα οποία χτίζουν και δημιουργούν πολύχρωμες εκφάνσεις του μελλοντικού τους είναι.

Είμαστε το σύνολο των επιλογών μας και όχι μιας εύπλαστα παθητικής τυχαιότητας. Η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, ο κύκλος των ανθρώπων που έχουμε γύρω μας, η δουλειά που κάνουμε, ο τομέας των σπουδών μας, η πνευματική, ηθική και οικονομική μας θέση καθώς και η ψυχοσωματική μας ισορροπία εξαρτάται και αποτελείται από μια σειρά προσωπικής κατεύθυνσης.

Αποσκοπώντας στην εξομάλυνση της απότομης αρχής και μέσης αυτού του κειμένου, θα καταλήξω στο ότι, γεννιόμαστε από τύχη, γινόμαστε από επιλογή.

Ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τη ζωή του, διαφοροποιώντας την προοπτική του και συνειδητοποιώντας πως δεν είναι τα γεγονότα αυτά καθεαυτά που αναστατώνουν ευχάριστα ή δυσάρεστα τον μικρόκοσμό του, αλλά ο τρόπος που επιλέγει να τοποθετηθεί απέναντι σε αυτά.

Η Σχετικότητα της Πραγματικότητας

Από τη μέρα που θυμόμαστε ότι ξεκινήσαμε να υπάρχουμε, περισυλλέγουμε γεγονότα, πεπραγμένα, ερεθίσματα και τα στήνουμε στον τοίχο του μυαλού μας, προσπαθώντας να εντοπίσουμε τη θέση μας σε σχέση με την πραγματικότητα.

Υπάρχει μία πραγματικότητα, μέσα στην οποία αυτοπροσδιοριζόμαστε ή ο καθένας φτιάχνει τη δική του;

Πόσοι αντιλαμβάνονται τη “Σχετικότητα της Πραγματικότητας” και αντιμετωπίζουν την ύπαρξή τους σαν ένα λευκό καμβά, στον οποίο καθημερινά προσθέτουν πινελιές και χρώματα, δίνοντας την ένταση και το ύφος που εκείνοι προσωπικά επιλέγουν;

Ο καθένας από εμάς, ζωγραφίζει τον δικό του πίνακα, σύμφωνα με την αντίληψη που έχει για τη τέχνη του, δηλαδή για τη ζωή του.

Ο πίνακας αυτός, αντικατοπτρίζει την ιδέα που έχουμε για τη πραγματικότητα, η οποία πολύ συχνά απέχει από τη πραγματικότητα των υπολοίπων, καθώς διαπλάθεται -και πολλές φορές διαστρεβλώνεται- από τις προκαταλήψεις μας, με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνεται, ακριβώς, στα γεγονότα.

Ουσιαστικά, δε ζούμε στην πραγματικότητα όπως είναι, αλλά στη φιλτραρισμένη και ειδικά επεξεργασμένη εικόνα που έχουμε εμείς για αυτή.

Δεχόμαστε τα εξωτερικά ερεθίσματα με έναν απόλυτα μοναδικό τρόπο, κατευθυνόμενο από ένα προσωπικό μοντέλο συμπεριφοράς, το οποίο επιτρέπει στον καθένα μας να βρεθεί στο σημείο, όπου θα απομονωθεί από αυτό που δεν έχει συμβεί ή στο περιθώριο αυτού που τώρα συμβαίνει και για το οποίο δεν έχει, ακόμα, ενημερωθεί.

Έτσι, οι αισθήσεις του μεταδίδουν διάφορες πληροφορίες και αντιλαμβάνεται τι είναι αυτό που τις ερεθίζει.

Η αναπόφευκτη δημιουργία συναισθημάτων ασκούν τη πίεση να δράσουμε. Το σημείο αυτό είναι κομβικό: Είτε τρομάζουμε από αυτά και επιλέγουμε να αποσυρθούμε και να προβάλουμε μια εναλλακτική πραγματικότητα, είτε ενεργοποιούμαστε και δημιουργούμε μια ειδική σχέση με το εξωτερικό ερέθισμα. Η ειδική αυτή σχέση μεταφράζεται σε εκτενή συναίσθηση και ενεργή διάδραση.

Παράδειγμα: Επικρατεί αιώνες η -προσωπικά απαράδεκτη- άποψη, πως αν σε μια σχέση -συνήθως ερωτικής φύσεως- δεν υπάρχει το στοιχείο της ζήλιας, ελοχεύει ο κίνδυνος της αδιαφορίας και έλλειψης ενδιαφέροντος.

Ανάμεσα, λοιπόν, σε ένα ζεύγος ανθρώπων, ας τους ονομάσουμε Α κ Β, μπορούμε να δούμε πόσο διαφορετικά καταγράφεται στο μυαλό τους η πραγματικότητα που βιώνουν, παρόλο που τα γεγονότα και για τους δύο είναι τα ίδια.

Η εκδήλωση ή η μη εκδήλωση ζήλιας, θα αποτελέσει σημείο τριβής και αιτία διαστρέβλωσης συναισθημάτων. Ο βαθμός διάστασης, όσον αφορά την αντίληψη προς τα θέμα αυτό, εξαρτάται από το κατά πόσο εκπέμπουν σε ίδιο ή διαφορετικό μήκος κύματος.

Καθαρά υποκειμενικά, λοιπόν, ο Α που επιζητεί τη ζήλια, θα χαρακτηρίσει αδιάφορο τον Β εάν δε του εκδηλώσει σημάδια αυτής και θα χαρτογραφηθεί, στον εσωτερικό του κόσμο ως απώλεια ενδιαφέροντος.

Αντίστοιχα, εάν ο Β αποφεύγει και κατακρίνει την ύπαρξη ζήλιας σε μία σχέση, θα θεωρήσει ευτελή την προσκόλληση-ανάγκη του Α σε αυτή και θα καταγραφούν εκ διαμέτρου αντίθετες πληροφορίες στο μυαλό του.

Μέσα από αυτό το απλοϊκό παράδειγμα, διαπιστώνουμε την ύπαρξη δύο πραγματικοτήτων, οι οποίες δεν έχουν να κάνουν τόσο με το εκάστοτε γεγονός που θα προκαλέσει κάποια αντίδραση, όσο με τις πεποιθήσεις μας ως προς την αντιμετώπιση/διαχείριση αυτού.

Εάν επιθυμούμε να δούμε την ευρύτερη εικόνα του έργου μας πάνω στον ατέρμονα ημιτελή πίνακα, οφείλουμε να αποδεχτούμε την ύπαρξη διαφορετικών οπτικών γωνιών, ώστε το αισθητικό μας πεδίο να συμπεριλάβει περισσότερες εικόνες και να συλλάβει πληροφορίες, που θα μας επιτρέψουν να δουλέψουμε λεπτομερώς πάνω σε αυτό, χωρίς να ξεχνάμε πως θα συναντήσουμε τόσο κοινά όσο και αντίθετα ρεύματα έκφρασης της τέχνης, που τόσο σχετικά και άτυπα ονομάζουμε “Πραγματικότητα”.

Τι Μας Εμποδίζει να Αλλάξουμε Γνώμη;

Από τη στιγμή που μία πληροφορία θα περάσει στον σκληρό μας δίσκο ως γεγονός, αυτομάτως σώζεται ως προσωπικό πιστεύω και η διαδικασία διαγραφής του καθίσταται δύσκολη και ορισμένες φορές ακατόρθωτη.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί δε θέλουμε να συμμετέχουμε στη μια πορεία αλλαγής πλεύσης της σκέψης μας και να την αντικαταστήσουμε με μία νέα, πιο εξελιγμένη μορφή της;

Έχουμε πειστεί πως αν αλλάξουμε γνώμη για κάποιον ή για κάτι θα θεωρηθούμε ανώριμοι και ασταθείς, φοβούμενοι τυχόν επικριτικές στάσεις.

Είναι άξιον περιέργειας το γεγονός πως, ενώ συμφωνούμε ότι η προσωπική ανάπτυξη συνεπάγεται την υπέρβαση του μέχρι χθες εαυτού μας, κατακτώντας καθημερινά ένα υψηλότερο και πολυδιάστατο επίπεδο νόησης και κατανόησης του κόσμου που ζούμε και μας περιβάλλει, δείχνουμε ανυπέρβλητη δυσφορία στη θέα μιας εν δυνάμει εγκατάλειψης πρότερων πεποιθήσεων, οι οποίες δεν αφήνουν χώρο ενσωμάτωσης νέου υλικού.

Για να αποφύγουμε τη δυσάρεστη αυτή θέση, αποκρύπτουμε ή συχνά καμουφλάρουμε το φίλτρο υποδοχής ανανέωσης πληροφοριών και αποπροσανατολίζουμε με μεγάλη επιτυχία την εισαγωγή ιδεών που δύναται να ταράξουν τις ήδη υπάρχουσες θέσεις.

Με άλλα λόγια, αποτυγχάνουμε παταγωδώς να ακολουθήσουμε τη διαχρονικά χρήσιμη συμβουλή του Carl Sagan περί κριτικής σκέψεως, η οποία δεν είναι άλλη από την ακόλουθη: “Προσπαθήστε να μη δένεστε υπερβολικά με μία θεωρία, απλώς επειδή είναι δίκη σας”.

Η ενστικτώδης και ασυνείδητη ανάγκη μας να προστατέψουμε κάτι που θεωρούμε απόκτημά μας, δεν αφήνει χώρο στην υγιή αμφισβήτηση της ορθότητάς του. Για το λόγο αυτό, όταν κάποιος προσπαθεί να μας διορθώσει και να ξεδιαλύνει κάποια τυχόν παρανόηση, ανεξέλεγκτα λειτουργούμε αντίστροφα και ενδυναμώνουμε πεισματικά τη θέση μας, αντιτιθέμενοι στον πομπό του νέου μηνύματος, με τελική αποστολή μας να εξαλείψουμε οτιδήποτε εισβάλει στην ταριχευμένη σκέψη μας.

Με τη πάροδο του χρόνου, η παγίωση αυτής της στάσης, καθιστά αδρανή τη δυνατότητα ανίχνευσης ασθενών πιστεύω και διατηρεί σταθερή τη τοξική συνήθειά μας να τα θεωρούμε υγιή.

Η παραπάνω στάση χαρακτηρίζει ένα μεγάλο τμήμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όμως δεν είναι καθολική. Θύματά της είναι συνήθως όσοι δεν επιθυμούν να δημιουργήσουν νέες νευρωνικές συνάψεις και επαναπαύονται στη μηρυκαστική ανακύκλωση ιδεών και αντιλήψεων.

Στη περίπτωση αυτή, η μεροληπτική αφομοίωση λαμβάνει δράση και θέτει τον εγκέφαλο σε αυτόματο πρόγραμμα, το οποίο δέχεται μόνο απλές εξηγήσεις που δεν απαιτούν μεγάλη προσπάθεια επεξεργασίας και κυρίως αναβάθμισης.

Το κλειδί για την προσωπική ανέλιξή μας είναι η άβολη πολυτέλεια της, ελεγμένης υπό αμφισβήτηση, αλλαγής, η οποία θα ελαχιστοποιήσει την επισφαλή τακτική αυτοδικαίωσης των προσωπικών μας δεδομένων.

Η Δύναμη του “‘Οχι”: Γιατί Αποδεχόμαστε Όσα θα Θέλαμε να Αρνηθούμε;

Αναμφισβήτητα, όλοι μας έχουμε βρεθεί στη δυσμενή θέση να εκφράσουμε την άρνησή μας απέναντι σε μία κατάσταση ή ένα πρόσωπο και αντί αυτού καταλήγουμε να θυματοποιούμε τα θέλω και τις ανάγκες μας εξαιτίας απρεπών πρεπισμών και καταναγκαστικών συνηθειών που μουδιάζουν τη δύναμη της άρνησης.

Πόσες φορές θέλουμε να φωνάξουμε όχι στην καθημερινότητα μας και δειλιάζουμε;

Σε μία δουλειά, που δεν μας ικανοποιεί; Σε μία σχέση τοξική, που αναβάλλει και καθυστερεί τη ζωή μας; Σε μία φιλία που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για μία κοινή εξελικτική πορεία; Σε έναν εαυτό που δε μας γεμίζει και δε μας ικανοποιεί;

Είναι πολύ εύκολο να ακολουθήσεις μια “Ρουτίνα Λαβυρίνθου” και να διυλίζεις τη ζωή σου στο ίδιο μοτίβο παράλυσης ενός αυτοματοποιημένου “Ναι” και μιας ανούσιας (απο)δεκτικότητας, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο από ένα παρασκεύασμα απώλειας αυτοελέγχου και αυτοεκτίμησης.

Όταν αδυνατείς να αρνηθείς, αρνείσαι τον αυτοσεβασμό σου και γίνεσαι ανδρείκελο τρίτων παραγόντων, μέτρων και σταθμών. Αναβάλλεις να τραβήξεις διαχωριστικές γραμμές και να θέσεις τα όρια σου, τα οποία, από ένα σημείο και έπειτα, γίνονται δυσδιάκριτα, αν όχι ανύπαρκτα.

Οι υποχρεώσεις που αποδέχεσαι πρέπει να είναι προϊόν επιλογής σου και όχι να γίνεσαι εσύ του προϊόν τους.

Επιτρέποντας στον εαυτό μας να θεωρήσει δεδομένη την ύπαρξή του, μεγαλώνουμε χωρίς να ωριμάζουμε. Η δύναμη που κρύβει ένα “Όχι” είναι η πρώτη απόδειξη κατανόησης των θέλω μας και μια ένδειξη συνειδητοποίησης της ατομικής ελευθερίας μας.

Όσες φορές συρρικνώσαμε την αξιοπρέπειά μας με την αποδοχή καταστάσεων που δεν αντιπροσωπεύουν το Είναι μας, είναι εκείνες που φοβηθήκαμε την αντίδραση του κόσμου και την εν δυνάμει απόρριψή του.

Στην έννοια του κόσμου συγκαταλεγεται ο φίλος μας, ο δεσμός μας, ο πατέρας μας, ο εργοδότης μας, και ούτω καθεξής. Στην προσπάθεια μας να φανούμε καλοί στα μάτια του κόσμου ξεχάσαμε ότι σε αυτόν τον κόσμο ζούμε και εμείς.

Καλύπτουμε επιφανειακά κενά και αφήνουμε εκτεθειμένο τον ψυχισμό μας και τις ανάγκες μας.

Η κοινή γνώμη λανθασμένα συσχετίζει το “Όχι” με τον αρνητισμό, ενώ μεταφράζει -ξανά λανθασμένα-, την αποδοχή των πάντων σε θετική σκέψη και τόλμη.

Άραγε μία άρνηση δηλώνει πάντα ενοχή και φόβο ή τις περισσότερες φορές (θα έπρεπε) να συμβαίνει το αντίθετο;

Δεν προσπαθώ να περάσω κάποιο μήνυμα αδιάλλακτης άρνησης, όμως, ολοφάνερα θέλω να καταστήσω σαφή την έκδηλη διαφορά της από την τυφλή αποδοχή.

Λέμε “Ναι” στο μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μας, γιατί ενδόμυχα θέλουμε να αρέσουμε στους άλλους. Όταν, όμως, συνειδητοποιήσουμε πως με ενα ειλικρινές “Όχι” γινόμαστε αρεστοί στον αυστηρότερο κριτή όλων, τον εαυτό μας, θα αρχίσουμε να αναθεωρούμε για τον πρότερο/πρωτόγονο εαυτό μας.

Στην προσπάθεια μας να μη λερώσουμε την αυτοεικόνα μας, μολύνουμε την ανεκτίμητη αξία της ειλικρίνειας απέναντι στους άλλους, αλλά και σε εμάς.

Δεν είναι καθόλου εύκολο να επαναρρυθμίσουμε βασικές λειτουργίες του εγκεφάλου μας, ο οποίος, επιστημονικά αποδεδειγμένα, αντιδρά δέκα φορές πιο έντονα σε ένα αρνητικό πάρα σε ένα θετικό σήμα.

Ένα “Όχι” μπορεί να καταγραφεί ανεξίτηλα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, ενώ ένα “Ναι” να μην καταφέρει να αγγίξει καν τη βραχεία μνήμη.

Η αρχή των πάντων μπορεί να συντελείται με ένα ναι, όμως η συντήρησή τους εμπεριέχει αναπόδραστα πολλά ηχηρά “Όχι”.

Γιατί Όσα Φοβόμαστε Είναι Εκείνα που Επιθυμούμε πιο Πολύ;

Επαναπαυμένοι στην επιστράτευση της Λογικής, μεταφράζουμε -ή μάλλον ονοματοθετούμε- με δικά μας κριτήρια, τα οποία τείνουν να θεμελιωθούν λόγω μαζικής αποπροσανατολισμένης αποδοχής, βασικές συναισθηματικές καταστάσεις, με στρουθοκαμηλίστικη επιτυχία.

Μία από αυτές, είναι ο φόβος. Γιατί όταν αισθανόμαστε φόβο, πιστεύουμε πως ήρθε η ώρα να αποφύγουμε μια κατάσταση ή να φύγουμε από κάποιον άνθρωπο, κινούμενοι σε τροχιές αδιαφορίας;

Γιατί απομακρυνόμαστε από αυτό που θέλουμε να μας πλησιάσει;

Κατά τον Benjamin Franklin, είναι τόσο βολικό να είμαστε λογικά όντα, από τη στιγμή που μπορεί κανείς να βρει ή να κατασκευάσει ένα λόγο για οτιδήποτε έχει στο νου του.

Επειδή, ακριβώς, δε γνωρίζουμε πως να προσεγγίσουμε κάτι που έχει εισχωρήσει στο ενδότερο στόχαστρο του ενδιαφέροντός μας και υπολογίζουμε με ασυνείδητη μαθηματική ακρίβεια, το πόνο και την απογοήτευση που θα μας προκαλέσει η πιθανή μη απόκτηση-κατάκτησή του, επιστρατεύουμε μια από τις πιο διαδεδομένες δευτερογενείς αμυντικές διεργασίες που σχετίζονται με την εσωτερική οριοθέτηση του ψυχικού οργάνου, δηλαδή την εκλογίκευση.

Διακατεχόμαστε από μία έντονη αλεξιθυμία που μας βραχυκυκλώνει και δε μας επιτρέπει να αποδεχτούμε αυτό, που πιθανώς, αισθανόμαστε σε επίπεδο βιοσωματικής ευαισθησίας και αποφεύγουμε νοητικά, βάσει σχεδίου, κάθε πιθανό δυσάρεστο συναίσθημα, ώστε να διατηρήσουμε τον τίτλο του γνώστη ελέγχου των συναισθημάτων.

Χτίζουμε ένα αδιαπέραστο τοίχος και κλεινόμαστε στο γυάλινο πύργο μιας παράλογης λογικής που απαγορεύει κάθε ενέργεια έκφρασης, με φόβο μην εκτεθούμε και θα παραμείνουμε εκεί, μέχρι η αδράνεια να αποτελέσει τη λιγότερο βολική επιλογή.

Όταν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, νιώθουμε ότι πρέπει να κινητοποιηθούμε, λεκτικά ή πρακτικά και να είμαστε ειλικρινείς με ό,τι είμαστε και πιστεύουμε εκείνη τη στιγμή. Ακόμα κι αν δε μπορούμε να κατονομάσουμε τι είναι αυτό που μας προκαλεί δυσφορία και μας αφήνει μια γλυκόπικρη επίγευση στο τέλος της ημέρας, γνωρίζουμε ότι αν ξεπεράσουμε το φόβο αναγνώρισής του, θα μπορέσουμε να το αντιστρέψουμε και να φέρουμε τη κατάσταση στα δικά μας μέτρα.

Όσο αγνοούμε το κακό που μας κάνει η απραξία στα καλέσματά του, τόσο πιο πολύ θα ζούμε σε ένα κίβδηλο φαντασιακό κόσμο που ο φόβος είναι απλά ένα κατασκεύασμα του νου μας. Έτσι, τείνουμε να ξεχάσουμε το αντικείμενο του ενδιαφέροντός μας και την αρχική θέση που θέλαμε να πάρουμε απέναντί του, φτάνοντας μέχρι και σε σημείο να αποφασίσουμε αναδρομικά ότι τελικά δε το επιθυμούσαμε και τόσο πολύ.

Όσα μας τρομάζουν είναι εκείνα που επιθυμούμε περισσότερο από κάθε τι. Είναι όσα θέλουμε να κάνουμε και να μάθουμε, αλλά φοβόμαστε μήπως τα οικειοποιηθούμε, αλλάξει η σύσταση του χαρακτήρα μας και φανερωθεί ένας λιγότερο σκληρός εαυτός.

Ό,τι δε σε σκοτώνει, πράγματι, σε κάνει πιο δυνατό. Γι’ αυτό πρέπει να τολμάμε παραπάνω από όσα νομίζουμε ότι μπορούμε να αντέξουμε και να μην αφήνουμε στη πρώτη γραμμή μάχης το φόβο, πιστεύοντας ότι θα μας προστατέψει καθοδηγώντας μας σε σωστά μονοπάτια.

Ακόμα κι αν χάσουμε, θα ξέρουμε ότι προσπαθήσαμε. Αν δε προσπαθήσουμε, δε θα μάθουμε ποτέ αν μπορούσαμε να έχουμε νικήσει.

Αν φοβηθούμε να αφήσουμε τη μονοτονία της ομοιοστατικής ζωής μας και να αναλάβουμε την ευθύνη των επιτακτικών μας θέλω, είμαστε καταδικασμένοι να πορευόμαστε με ένα δυνητικό “Αν”, το οποίο δε θα συναντήσουμε ποτέ.

Το ερώτημα είναι: Τι είναι, τελικά, πιο τρομακτικό και θανάσιμο; Να ζούμε ξεπερνώντας τους φόβους μας ή μια χλιαρή ζωή γεμάτη σίγουρες εκβάσεις.