Υπάρχουν Κανόνες στο “Κυνήγι της Ευτυχίας”;

Καθημερινά παίζουμε το “Κυνήγι της Ευτυχίας”, προσπαθώντας να βρούμε τους χρυσούς κανόνες, για μια εύρυθμη, γεμάτη επιτυχίες, ζωή. Μήπως, δε χρειαζόμαστε προεπιλεγμένο εγχειρίδιο και οφείλουμε να τους δημιουργήσουμε μόνοι μας;

Συνεχίστε την ανάγνωση Υπάρχουν Κανόνες στο “Κυνήγι της Ευτυχίας”;

Ποιος Είναι ο Απολογισμός της Ζωής σας;

Το να προχωρήσουμε σε μια αλλαγή στη ζωή μας -με διάρκεια- δεν είναι κάτι απλό, διότι δεν απαιτεί μονάχα αλλαγή στον τρόπο που δρούμε, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο έχουμε δομήσει την κοσμοθεωρία μας.

Πώς, όμως, θα γίνουν οι κατάλληλες αλλαγές, εάν πρώτα δεν έχουμε συνειδητοποιήσει το ήδη υπάρχον υπόβαθρο, όσον αφορά το επίπεδο αξιών μας;

Ένας τρόπος να καταλάβουμε σε τι επίπεδο βρισκόμαστε διανοητικά, ηθικά και πνευματικά είναι να κάνουμε μια λίστα με όλα τα πιστεύω μας για τη ζωή γενικά, αλλά και ειδικά, από τη στιγμή που αντιληφθήκαμε τον εαυτό μας ως προσωπικότητα έως σήμερα.

Ίσως, να αποτελούσε αφετηρία σκέψης, η λίστα που ακολουθεί:

Όλα είναι θέμα επιλογών. Η “σωστή στιγμή”, “η κατάλληλη ευκαιρία” και η “τύχη” είναι απλά δικαιολογίες επανάπαυσης ή μετάθεσης ευθυνών.

Η αναζήτηση του άλλου μας μισού, καλό θα ήταν να γίνει ενδοσκοπικά. Κανένας εξωτερικός παράγοντας δε θα ολοκληρώσει τη δική σου ύπαρξη, αν είναι μισοτελειωμένη.

Η ευτυχία εξαρτάται από 3 παράγοντες: γονίδια, γεγονότα, ηθικές αξίες -και ίσως να προσέθετα και έναν συμβατό δότη συναισθημάτων-.

Κανένας άλλος δε μοιράζεται μαζί σου τον ίδιο τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο και αντιλαμβάνεσαι τη πραγματικότητα.

Είναι απίθανο να αποτύχεις, αν αρνηθείς να παραιτηθείς.

Μη βάζεις ανθρώπους στη ζωή σου απλά για να “σκοτώσεις” τις ώρες σου.

Αντίθετα, έχε δίπλα σου ανθρώπους που τροφοδοτούν τη σκέψη σου και πυροδοτούν τα γνήσια συναισθήματά σου.

Αν η ζωή σου ως τώρα είναι εύκολη, τότε δε προσπαθείς αρκετά.

Οι επιθυμίες βασίζονται σε ένα σύστημα ανταμοιβής-τιμωρίας. Ο καθένας από εμάς αποφασίζει σε τι μέτρο και με ποια όρια θέλει να τις ικανοποιήσει.

Η υγεία πρέπει να αποτελεί πάντα τη πρώτη προτεραιότητα.

Μπορείς να αγοράσεις γνώσεις, αλλά όχι παιδεία.

Η θρησκεία είναι παράλληλα το μεγαλύτερο κακό και το μεγαλύτερο καλό στον κόσμο.

Η θρησκεία, στην οποία πιστεύεις, δεν είναι καλύτερη ή ορθότερη από κάποιου άλλου. Είναι απλά μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας θεωρίας.

Άνθρωποι γινόμαστε, δε γεννιόμαστε.

Η ζωή σου θα είναι πολύ καλύτερη αν οι πράξεις του σήμερα, επηρεάζουν θετικά το αύριο.

Η απλότητα είναι ζωτική. Η απλοϊκότητα, περιττή.

Επειδή κάτι είναι νόμιμο, δεν είναι απαραίτητα ηθικά σωστό.

Οι αλλαγές είναι αναπόφευκτες και αναγκαίες. Μπορεί να μη γίνεται να αλλάξεις το παρελθόν σου, αλλά σίγουρα μπορείς να επέμβεις στο παρόν και το μέλλον σου.

Μερικές φορές, το πρόβλημα που έχεις, ίσως, να είσαι εσύ.

Αν σε αγαπούν όλοι, κάτι δεν κάνεις σωστά.

Όλοι έχουν γνώμη. Θυμήσου, όμως, ότι είναι απλά γνώμη και όχι γεγονός.

Αν δε ξέρεις, ρώτα.

Ξεκίνα να διαβάζεις βιβλία. Η γνώση είναι δύναμη.

Είναι καλό να θεωρείσαι ο εξυπνότερος της παρέας, αλλά καλύτερο να περιβάλλεσαι από ανθρώπους που επιτρέπουν και προκαλούν την εξέλιξή σου.

Η ζωή των ονείρων σου δεν είναι όσο ακριβή νομίζεις.

Ο ρομαντισμός είναι έντονος, ο ρομαντικός ρεαλισμός πιο ανθεκτικός.

Αν θες κάτι πολύ, μπορείς να το αποκτήσεις. Αν δε το αποκτήσεις, σημαίνει ότι δεν το ήθελες πολύ.

Μη μετανιώνεις για τίποτα, πέρα από την αδράνεια.

Σκέψου περισσότερο, κρίνε λιγότερο.

Αν ξεκινάς κάτι που ξέρεις ότι δεν μπορείς να τελειώσεις, μη το ξεκινήσεις.

Αν θες να είσαι υγιής, φρόντισε να περιβάλλεσαι από μη τοξικούς ανθρώπους.

Η Χημεία Αποφασίζει Ποιον θα Ερωτευτούμε

Θα ήθελα να ξεκινήσω τονίζοντας ότι υπάρχει μια σαφής διάκριση ανάμεσα στον έρωτα και την αγάπη. Πολλοί θα διαφωνήσουν, όμως -ευτυχώς- η επιστήμη είναι με το μέρος μου.

Ένας λειτουργικός ορισμός για την αγάπη θα ήταν ο εξής: “Αγάπη είναι η ικανότητα κι η προθυμία να επιτρέπουμε σ’ αυτούς που μας ενδιαφέρουν να είναι αυτό που διάλεξαν να είναι, χωρίς την απαίτηση να μας ικανοποιήσουν” (Wayne Dyer).

Ο έρωτας, από την άλλη -που πολλοί συγχέουν με την αγάπη- δεν είναι κάτι περισσότερο από μια έμμονη ιδέα, μια εξάρτηση, μια ανάγκη, μια παρόρμηση, μια ομοιοστατική ανισορροπία. Σε καταλαμβάνει και νιώθεις πως κάποιος έχει κατασκηνώσει στο κεφάλι σου, χάνοντας την αίσθηση του εαυτού σου.

Τι μας κάνει να ερωτευόμαστε; Προφανώς, το πρόσωπο που μας ενδιαφέρει είναι η πρωταρχική αιτία. Όμως, έχετε αναρωτηθεί ποτέ, πώς μια εξωτερική δύναμη μπορεί να έχει την επιρροή να το προκαλέσει τόσο έντονα και ανεξέλεγκτα;

Προσωπικά, δε μπορώ να δεχτώ ότι “απλά συνέβη” ως δια μαγείας ή μέσω κάποιας ασύλληπτης, για τον ανθρώπινο νου, διαδικασίας.

Αντιθέτως, υπάρχουν πολλοί χημικοί(!) παράγοντες πίσω από την έλξη και τον έρωτα. Η εμφάνιση είναι το πρώτο -κυριολεκτικά- κριτήριο. Ως ανθρώπινα όντα τείνουμε να ψάχνουμε συμμετρία και συγκεκριμένες αναλογίες μεταξύ των χαρακτηριστικών του προσώπου. Η κοινωνική τάξη είναι, σίγουρα, ένα δεύτερο.

Ακόμη, ο τρόπος με τον οποίο είναι μεγαλωμένος κάποιος, οι αρχές και οι ηθικές του αξίες, καθώς και το επίπεδο ευφυΐας, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την απόφασή μας, όσον αφορά το άτομο που θα ερωτευτούμε.

Ωστόσο, δεν είναι οι μόνοι παράγοντες. Η χημεία -κυριολεκτικά η ίδια η χημεία- παίζει τεράστιο ρόλο στο ποιον αποφασίζουμε να ερωτευτούμε ή όχι και συγκεκριμένα τέσσερις χημικές ουσίες στον εγκέφαλο: η ντοπαμίνη, τα οιστρογόνα, η σεροτονίνη και η τεστοστερόνη.

Η ντοπαμίνη είναι ένα φυσικό διεγερτικό που σχετίζεται με τις επιθυμίες, τα κίνητρα, την εστίαση και τον πόθο. Συμμετέχει ενεργά στα συστήματα του εγκέφαλου που σχετίζονται με πράξεις που γίνονται για ένα σκοπό, καθώς και στη συμπεριφορά αναζήτησης ευχαρίστησης και ανταμοιβής. Είναι ο λόγος που οι ναρκομανείς εθίζονται στα ναρκωτικά. Να σημειωθεί πως τα ναρκωτικά που αυξάνουν πολύ τα επίπεδα ντοπαμίνης, όπως είναι οι αμφεταμίνες και η κοκαΐνη μπορεί να προκαλέσουν ψύχωση, κάτι που λίγο πολύ συμβαίνει και στον έρωτα. Τα οιστρογόνα και η τεστοστερόνη είναι οι ορμόνες που μας προκαλούν σεξουαλική επιθυμία. Τέλος, η σεροτονίνη βοηθά στη ρύθμιση της διάθεσής μας, μιας και είναι ο νευροδιαβιβαστής που ευθύνεται για την -έμμονη- σκέψη και συμπεριφορά.

Φυσικά, υπάρχουν πολλές άλλες χημικές ουσίες που είναι σε υπερδιέγερση όταν είμαστε ερωτευμένοι, όμως οι παραπάνω φαίνεται να παίζουν το μεγαλύτερο ρόλο.

Το ερώτημα τώρα είναι: Γιατί ερωτευόμαστε ένα άτομο και όχι κάποιο άλλο;

Σύμφωνα με την ανθρωπολόγο Helen Fisher, η βιολογία μας έλκει προς κάποια άτομα, αντί για κάποια άλλα και εξαρτάται από το βαθμό που εκφράζουμε τις τέσσερις χημικές ουσίες που αναφέραμε.

Κατανοώντας το γιατί νιώθεις αυτό που νιώθεις, έχοντας δηλαδή (εν)συναίσθηση του συναισθήματος και εν συνεχεία το λόγο που επέλεξες το συγκεκριμένο άτομο, σε βοηθάει όχι μόνο να καταλάβεις περισσότερο τον εαυτό σου, αλλά και να μάθεις ποιος είναι αυτός που κινητοποιεί το σύστημα επιβράβευσης του εγκεφάλου σου.

Οι επιλογές για να συνάψεις μια σχέση είναι πολλές, όμως οι πιθανότητες “συμβατότητας” ελάχιστες. Και επειδή ο δειγματισμός είναι για ρούχα και όχι για ανθρώπους, καλό θα ήταν να είμαστε οργανωμένες προσωπικότητες και να συνειδητοποιούμε εγκαίρως αν κάποιος “μας κάνει” ή όχι.

Όσο περισσότερο καταλάβουμε τη λειτουργία αυτών των χημικών ουσιών μέσα μας, όταν ερωτευόμαστε, τόσο πιο σταθεροί θα γίνουμε όταν αγαπήσουμε. Ο έρωτας είναι σπουδαίος, αλλά επειδή βασίζεται σε χημικές ουσίες, μπορεί να εξασθενίσει μαζί με αυτές και εν τέλει να σβήσει οριστικά και αμετάκλητα.

Μια ρεαλιστική προσέγγιση στον ρομαντισμό δε βλάπτει. Ο έρωτας μπορεί να είναι έντονος, αλλά η αγάπη κερδίζει στη διάρκεια. Ας τα διαφοροποιήσουμε, ώστε οι προσδοκίες μας απέναντί τους να είναι ισορροπημένες και βιώσιμες.

Πως ο Φόβος της Αποτυχίας Σαμποτάρει τη Ζωή μας

Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι στον κόσμο που φοβούνται τόσο πολύ πως θα αποτύχουν, που αρνούνται έστω να δοκιμάσουν κάτι που θα τους οδηγήσει στην επιτυχία.

Ο φόβος της αποτυχίας είναι τόσο εξουθενωτικός που το άτομο οδηγείται στην πλήρη απραξία, παραιτείται από τα όνειρα και την επίτευξη στόχων, με αποτέλεσμα να χάνει τον προσανατολισμό και το λόγο ύπαρξής του.

Φανταστείτε να μη μπαίνατε ποτέ στον κόπο να προσπαθήσετε, μήπως και αποτύχετε ή ακόμα χειρότερα, φανταστείτε να γνωρίζετε ότι ο εαυτός σας είναι το εμπόδιο και ο μόνος υπεύθυνος, που σας οδηγεί κατευθείαν στην αναπόφευκτη αποτυχία της αδράνειας.

Η φοβία αυτή υφίσταται και μπορεί να καταστρέψει -αν όχι όλη- ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας. Πολλές φορές η διαδικασία της αυτοκαταστροφής επιτελείται υποσυνείδητα, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι:

Είχαμε μεγάλες προσδοκίες και όνειρα που ενώ είχαν μπει σε μία σειρά, τώρα μοιάζουν μακρινά, άπιαστα και ακατόρθωτα.

Δεν είμαστε σίγουροι για το πότε και το γιατί, απλά σταματήσαμε να νοιαζόμαστε ή να προσπαθούμε για τα ιδανικά μας.

Ενώ θυμόμαστε τον εαυτό μας να υποστηρίζει ότι μπορεί να καταφέρει τα πάντα, τώρα συμβιβάζεται με την οδυνηρή σκέψη της αδυναμίας και της ματαιότητας. Πότε και γιατί έγινε αυτή η αλλαγή;

Δε δοκιμάζουμε τα όρια και τις δυνατότητές μας και προτιμάμε να καταβάλλουμε το ελάχιστο της προσπάθειας.

Στη δουλειά μας δε κάνουμε τίποτα παραπάνω από αυτό που μας είπαν ότι πρέπει να κάνουμε. Ακολουθούμε το ρεύμα και συμβιβαζόμαστε με μετριότητες που δε μας αρμόζουν, με τη δικαιολογία ότι αυτό κάνουν όλοι.

Λέμε στον εαυτό μας: “Αν είχα μια δουλειά που αγαπάω και μου αρέσει, θα έδινα όλο μου το είναι σε αυτή”. Αν δεν έχουμε, όμως, τα κότσια να τη βρούμε πρώτα και να προσπαθήσουμε για την απόκτηση και διατήρησή της, πώς θα δώσουμε το 100% του εαυτού μας σε αυτή;

Πιστεύουμε ότι δεν έχουμε κάποιο ταλέντο. Για να πούμε την αλήθεια, το αν έχουμε ή όχι κάποιο ταλέντο ή υψηλότερο δείκτη IQ από κάποιον άλλο, δε παίζει τόσο σημαντικό ρόλο, όσο η πρόθεση και το κουράγιο να ρισκάρουμε και να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας.

Βρίσκουμε συνεχώς δικαιολογίες για αναβολές. Φυσικά, δε μας αρέσει ο όρος “δικαιολογία” και τον βαφτίζουμε “λόγο”. Πάντα υπάρχουν λόγοι να μη κάνουμε κάτι. Αυτό που χρειάζεται είναι να βρούμε λόγο να το κάνουμε και αυτό εξαρτάται πάντα από το ποσοστό της λογικής που πιστεύουμε ότι εμπεριέχει ο φόβος που μας αδρανοποιεί. Το μεγαλύτερο μέρος του φόβου είναι στη φαντασία μας. Επομένως, αν καταφέρουμε να επιστρατεύσουμε τη λογική, θα έχουμε ήδη κερδίσει μια κίνηση στη σκακιέρα της δράσης.

Δε μας αρέσει ο εαυτός μας και η ζωή μας. Δεν είναι ότι μισούμε τον εαυτό μας απλά δε μας εντυπωσιάζει. Έχουμε βολευτεί στο να μη προσπαθούμε και να αποφεύγουμε καταστάσεις, που μπορούν να ταράξουν τα νερά της μέτριας ζωής που έχουμε συνηθίσει να ζούμε. Κακό πράγμα η συνήθεια.

Νιώθουμε χαμένοι, χωρίς σκοπό και προορισμό. Από τη μια έχουμε κολλήσει και δε ξέρουμε που πηγαίνουμε και τι θέλουμε να πετύχουμε στη ζωή μας, από την άλλη γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο χρόνος περνάει και πρέπει να προχωρήσουμε.

Κάνουμε κύκλους, οι οποίοι φυσικά δεν οδηγούν σε καμία κατεύθυνση. Η αλλαγή κατεύθυνσης στη ζωή προϋποθέτει να ρισκάρεις να κάνεις λάθος, να αποτύχεις ή να χάσεις όσα έχεις ως τώρα για να αποκτήσεις αυτό που θες και να φτάσεις εκεί που ονειρεύεσαι.

Κάνουμε κύκλους γιατί έτσι νιώθουμε ασφαλείς και προστατευμένοι. Φοβόμαστε το άγνωστο γιατί δε το γνωρίζουμε και νιώθουμε εκτεθειμένοι. Μεγάλη ειρωνεία, αν σκεφτούμε ότι ισχύει το αντίστροφο.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη παγίδα από τη κάλπικη ασφάλεια της στασιμότητας. Το ρολόι της ζωής δε σταματάει και δεν υπάρχει κανένας λόγος να χάνουμε τον πολύτιμο χρόνο που μας έδωσε.

Τα Πλεονεκτήματα του Σαρκασμού

Η δεξιοτεχνία του να είσαι σαρκαστικός, είναι αρκετά υποτιμημένη, ενώ αντιθέτως θα έπρεπε να θεωρείται ως ένα γνήσιο χαρακτηριστικό της προσωπικής μας ταυτότητας.

Δυστυχώς, δε συναντάμε καθημερινά ανθρώπους με τους οποίους επικοινωνούμε αβίαστα, ειλικρινά και ουσιαστικά, ανθρώπους που θα μας χαρίσουν στιγμές εποικοδομητικού γέλιου με τον πνευματώδη σαρκασμό τους και θα μας προσφέρουν μια άκρως ενδιαφέρουσα και διόλου ανιαρή συζήτηση.

Τι είναι αυτό που κάνει το άτομο που διαθέτει αυτό το χαρακτηριστικό, τόσο σπάνιο και άκρως ενδιαφέρον; Πέρα από το να εκνευρίζει και να βγάζει από τη μέση με περίσσεια άνεση τους ανίδεους συνομιλητές, που προσπαθούν να προσποιηθούν και να μιμηθούν μία προσωπικότητα που δεν είναι, έχει τη δυνατότητα να:

Διαβάζει ανάμεσα από τις γραμμές

Δεν αφήνει τίποτα απαρατήρητο και στρατηγικά ανακαλύπτει κρυμμένα κίνητρα και νοήματα. Ένα όπλο, που ίσως να στερεί στο άτομο αυτό τη μαγεία του μυστηρίου, καθώς λύνει το παζλ των πιθανοτήτων χωρίς δυσκολία, όμως τον βοηθάει να προλάβει καταστάσεις, που θα μπορούσαν να έχουν ολέθρια έκβαση.

Χρησιμοποιεί τον σαρκασμό ως πανοπλία

Ο σαρκασμός βοηθά στην άμυνα έναντι απερίσκεπτων λεκτικών επιθέσεων και στην καθοδήγηση του επιτιθέμενου προς αποκατάσταση της αρχικής θέσης του. Κανένας μας δε μπορεί να αρνηθεί, ότι έχουν αποφευχθεί πολλές ανιαρές συζητήσεις με αυτή τη τακτική.

Διαθέτει υπεράνθρωπους μηχανισμούς αυτό-άμυνας

Δεν έχει ανάγκη να καλύψει κανένας τα νώτα του και μπορεί να υπερασπιστεί επάξια τον εαυτό του οποιαδήποτε στιγμή σε οποιαδήποτε κατάσταση. Με δυσκολία θα καταφέρει κάποιος να ταράξει τα νερά του και να οδηγήσει αυτό το άτομο στο να χάσει την ψυχραιμία του.

Λέει όσα οι άλλοι σκέφτονται

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν εκατομμύρια σκέψεις στο μυαλό τους, τις οποίες δεν εκφράζουν ποτέ -ή ακόμα χειρότερα- εκφράζουν διαστρεβλωμένα, προκειμένου να μη πληγώσουν τον συνάνθρωπό τους με την ίσως σκληρή, αλλά άκρως ειλικρινή άποψή τους. Αντιθέτως, τα άτομα με σαρκασμό είναι σε θέση να απαντήσουν με αμεσότητα και ευθύτητα. Εξάλλου, αν κάποιος δεν είναι έτοιμος για κάθε πιθανή απάντηση, καλύτερα να μη μπει στη διαδικασία να ρωτήσει. Η αλήθεια πονάει, αλλά το ψέμα σκοτώνει.

Γνωρίζει πότε του λένε ψέμματα

Σίγουρα, το ψέμα είναι κάτι που απεχθάνεται, γι αυτό και έχει μελετήσει πάνω στην ανίχνευση του. Εάν βρεθεί μπροστά του κάποιος που θέλει να τον εξαπατήσει, το μόνο σίγουρο είναι πως θα τον ξεσκεπάσει από τις πρώτες κιόλας μικροκινήσεις, πριν καν ειπωθεί το ψέμα.

Καταλαβαίνει πότε ένα επιχείρημα “μπάζει”

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε βρεθεί παρόντες σε συζητήσεις που απλά “δεν πείθουν” και είναι αποτέλεσμα πολλών ημιτελών, μη εμπεριστατωμένων και άκρως ευτελών επιχειρημάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το χάρισμα του σαρκασμού, θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους και θα αποκαταστήσει τα κατακρεουργημένα επιχειρήματα.

Δεν επηρεάζεται από τη κριτική των άλλων

Το ανθρώπινο είδος, ασχολείται και επηρεάζεται -δυστυχώς- από τη γνώμη των άλλων με αποτέλεσμα να προσπαθεί καθημερινά να ξεπεράσει τον επικριτή του και όχι τον εαυτό του. Υπάρχει, βέβαια, και ένα ποσοστό ανθρώπων, το οποίο είναι πλήρως ικανοποιημένο με τις επιλογές που έχει κάνει στη ζωή του, είτε είναι σωστές είτε λάθος, καθώς γνωρίζει πολύ καλά ότι οι έννοιες του “σωστού” και του “λάθους” είναι εξ ολοκλήρου υποκειμενικές, αρκεί οι συνέπειες των εκάστοτε επιλογών να μην εμπλέκουν τρίτους. Σε αυτό το ποσοστό, οι περισσότεροι διαθέτουν μια δόση σαρκασμού.

Έχει “ενεργό” πνεύμα

Στις μέρες μας, οι λέξεις ευφυΐα, χιούμορ, ετυμολογία, ειλικρίνεια και γενικά το κομμάτι της εγρήγορσης του πνεύματος έχει πέσει σε λήθαργο, λειτουργώντας λίγο πολύ ως αυτοματοποιημένες μηχανές, ικανές να ανταπεξέλθουν μονάχα σε τεχνοκρατικά καθήκοντα και υποχρεώσεις. Ο σαρκασμός τείνει να κρατά ζωντανά τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, καθιστώντας το άτομο που τα διαθέτει, τουλάχιστον, ξεχωριστό.

Γιατί δεν Παραδεχόμαστε τα Λάθη μας;

Το να αναγνωρίσουμε ότι κάναμε ή είπαμε κάτι που δεν είναι σωστό, μας κάνει να νιώθουμε ευάλωτοι, αδύναμοι και εκτεθειμένοι. Σχεδόν, τείνει να ορίσει και να αμαυρώσει τη ταυτότητά μας με τον υποτιμητικό όρο “ανεπαρκής”.

Ίσως να είναι αυτός ο λόγος που πολλοί προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποδείξουν ότι έχουν δίκιο, ακόμα κι όταν μια συζήτηση-κατάσταση έχει λήξει, καταδεικνύοντας ολοφάνερα την ανάγκη τους να μην “αποκαλυφθούν” -όχι τόσο στους άλλους, όσο στον ίδιο τους τον εαυτό-.

Στην πραγματικότητα, ο τρόπος με τον οποίο είναι δομημένη η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου, τον παρακινεί στο να διατηρήσει τη στάση του “αλάθητου όντος”, καθώς κατακλύζεται από ένστικτα και συναισθήματα. Η αδυναμία εκλογίκευσής τους, η οποία επέρχεται μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, οδηγεί σε βεβιασμένες κινήσεις και συμπεράσματα, τα οποία αν δε διορθωθούν εγκαίρως, μπορεί να αποβούν καταστροφικά, αφήνοντας ατροφική την ανάπτυξη ενός ώριμου χαρακτήρα .

Με άλλα λόγια, αν πρέπει να αντιμετωπίσουμε κάτι που είναι κόντρα στα εγγενή πιστεύω μας, είναι πολύ δύσκολο να το αποδεχτούμε, ακόμα κι αν είναι εκατό τοις εκατό πραγματικό.

Όταν τα γεγονότα αλλάζουν τα πιστεύω μας, η φύση μας συνήθως τα απορρίπτει και ακόμα χειρότερα νιώθει προσβεβλημένη. Δυστυχώς, απερίσκεπτα και χωρίς την υγιή ανάγκη για αμφισβήτηση, επιθυμούμε τις περισσότερες φορές να πιστεύουμε περισσότερο από ότι πρέπει στον εαυτό μας, με αποτέλεσμα να πορευόμαστε με παρωπίδες και με μία μεγάλη δόση ατελέσφορου εγωκεντρισμού.

Στο σημείο αυτό, επικρατεί μια κατάσταση γνωστικής ασυμφωνίας, κατά την οποία ο ανθρώπινος νους παλεύει να κατευνάσει τις αντικρουόμενες μεταβλητές, καταφεύγοντας στην εύκολη και βολική λύση. Ενώ, δηλαδή, γνωρίζει ότι -βάσει δεδομένων- κάνει λάθος, προτιμά να εφησυχάσει το πνεύμα του, υποστηρίζοντας την αρχική του θέση, χωρίς καμία διάθεση για αλλαγή ή έστω διαπραγμάτευση.

Η ικανότητα της συνειδητοποιημένης παραδοχής, είναι ένδειξη δύναμης και ευελιξίας, χαρακτηριστικά απαραίτητα για τη σύνθεση μιας εν δυνάμει ολοκληρωμένης προσωπικότητας. Το πείσμα και η προσκόλληση σε πεποιθήσεις που στηρίζονται σε σαθρά επιχειρήματα, απομακρύνουν κάθε πιθανότητα δημιουργίας μιας υγιούς επαφής εμπιστοσύνης και σεβασμού.

Βραχυπρόθεσμα, το εγχείρημα αυτό είναι δύσκολο και επίπονο, καθώς οι μεταπτώσεις που δύνανται να προξενηθούν, επιφέρουν μια σειρά αρνητικών καταστάσεων και συναισθημάτων. Μακροπρόθεσμα, όμως, η κάθαρση που θα έχει επιτευχθεί μας δικαιώνει και μας επιβραβεύει, δίνοντάς μας τροφή για μια συνεχώς εξελίσσιμη προσωπική ανέλιξη.

Τι Συμβαίνει Όταν δεν Μπορείς να Περιορίσεις τη Σκέψη σου;

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που μπορεί να συναντήσει ένας άνθρωπος σήμερα είναι η αντιμετώπιση των σκέψεών του. Σε ένα κόσμο γρήγορης και εύπεπτης κατανάλωσης, υλικής και άκρως επιφανειακής φύσεως, παγιδεύεται σε μία φανταστική πραγματικότητα και λειτουργεί με δυαδικό σύστημα 0-1, μεταφράζοντας τη σκέψη του αυτόματα και άκριτα, σε πράξη.

Ο καθένας μας μπορεί να βρεθεί για κάποιο χρονικό διάστημα σε αυτή την αυτοματοποιημένη κατάσταση, όμως υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων, η οποία περνά περισσότερο χρόνο αναλύοντας το λόγο ύπαρξης της σκέψης, παρά την ίδια τη σκέψη, φτάνοντας στο άλλο άκρο.

Με άλλα λόγια, υπάρχουν άνθρωποι που δε μπορούν να περιορίσουν τις σκέψεις τους και περνούν πολύ χρόνο συλλογιζόμενοι και παγιδευμένοι στο μυαλό τους, ψάχνοντας απεγνωσμένα να βρουν το κλειδί ή έστω μια ένδειξη για την έξοδο από το λαβύρινθο του μυαλού τους.

Τα άτομα αυτά ζουν σε μια δική τους κοσμο-διάσταση, χάνοντας αρκετές φορές ακόμα και την αίσθηση του χώρου και του χρόνου.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ουσιαστικά ένα πολύπλοκο σύστημα αρχειοθέτησης αναμνήσεων, σκέψεων και συναισθημάτων, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους και μετατρέπονται σε δράση.

Αν θέλουμε να βελτιώσουμε το επίπεδο της ευφυίας μας δεν έχουμε παρά να εξασκήσουμε το μυαλό μας. Αν όχι, το πιθανότερο είναι να το χάσουμε.

Ωστόσο, η υπερβολική εξάσκηση και η ατέρμονη ροή σκέψεων αναμεμειγμένη με πλήθος άλογων συναισθημάτων, μπορούν να κάνουν κακό τόσο σε εμάς όσο και στους γύρω μας.

Σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε και να χαρτογραφήσουμε έναν “Χαμένο Εξερευνητή Σκέψεων” θα λέγαμε ότι:

Γνωρίζει αρκετά καλά τον εαυτό του

Έχοντας περάσει ατελείωτες ώρες ανάλυσης των πάντων, είναι γνώστης ακόμα και των πιο απόκρυφων πτυχών του εαυτού του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν επιμένει, δεν ανυπομονεί και δεν κατανοεί ότι υπάρχουν πολλές ακόμα που μπορεί και θέλει να ανακαλύψει. Βέβαια, η σκέψη που δε μεταφράζεται σχεδόν ποτέ σε πράξη είναι ψυχοφθόρα και πολλές φορές οδηγεί σε υπερτιμημένα ή υποτιμημένα συμπεράσματα, αφού βασίζεται μονάχα σε ένα θεωρητικό και μη αποδεδειγμένο πλαίσιο.

Είναι τελειομανής με μια δόση ψυχαναγκασμού

Όταν το κύριο μέλημά του είναι να τακτοποιεί καθημερινά τις σκέψεις του, κάτι που τις περισσότερες φορές επιτελείται ατελέσφορα, δημιουργείται μια σύγχυση οδηγώντας το άτομο αυτό στον αρνητισμό. Η εξερεύνηση των βαθύτερων στρωμάτων των σκέψεών είναι συναρπαστική αλλά και επικίνδυνη και αν δε διατηρηθεί η ψυχραιμία, ο εγκλωβισμός σε νοσηρές διεργασίες είναι αναπόφευκτος.

Έχει τη τάση να υπεραναλύει

Όσο πιο έντονα σκέφτεται τόσο πιο εμμονικός γίνεται να ανακαλύψει και να διαλευκάνει και την παραμικρη λεπτομέρεια. Επικεντρώνεται στο αντικείμενο ή το υποκείμενο που τον ενδιαφέρει και ξεκινά το μακρύ ταξίδι της υπερανάλυσης, γεγονός που τον ευχαριστεί, αλλά ταυτόχρονα τον βασανίζει.

Επιλέγει ως παρέα τον εαυτό του

Όταν χάνεσαι στις σκέψεις σου και έχεις δομήσει τη ζωή σου γύρω από αυτές, έχοντάς τες ως κατευθυντήριες γραμμές είναι δύσκολη η συναναστροφή με άλλα άτομα. Η δημιουργία και η διατήρηση μιας σχέσης απαιτεί χρόνο και θέληση για να χτιστεί. Για κάποιον που ζει μόνιμα στο κεφάλι του, λοιπόν, δεν αποτελεί πρωταρχική ανάγκη και φυσικά προτεραιότητα η σύναψη μιας -οποιαδήποτε- σχέσης. Ακόμα και αν προσπαθήσει να διατηρήσει μια επαφή, είναι δύσκολο να πείσει αυτόν που έχει απέναντί του ότι δεν είναι αδιάφορος.

Πάσχει από έλλειψη συγκέντρωσης

Η ακατάπαυστα ανακυκλώσιμη σκέψη καθιστά σχεδόν αδύνατη την επαφή με τον πραγματικό κόσμο και τη συμμετοχή του ατόμου στο παρόν. Έτσι, μπορούν να χαθούν πολλές στιγμές και να περάσουν ανεκμετάλλευτες, αφήνοντας εμπειρικά ατροφικό το υπεραναλυτικό πνεύμα.

Η δυνατότητα σωστής κρίσης και σκέψης είναι αναγκαία, όμως πρέπει να τίθενται ποσοτικά(!) όρια. Είναι ωραίο να σκέφτεσαι όταν έχεις όντως κάτι να σκεφτείς. Η σκέψη οφείλει να υφίσταται μόνο ως μέσο εκ-πλήρωσης και όχι ως άλλος ένας κενός και αδιέξοδος αυτοσκοπός.

Το μυαλό μας είναι ένα καταπληκτικό μέρος να ζούμε όσο είναι τακτοποιημένο και δε μας προκαλεί αίσθηση ασφυξίας.

Σκεφτείτε το…

Η Αδυναμία του “Ίσως”

Θα ήταν απόλυτο να ξεκινήσω δηλώνοντας πως ο όρος “ίσως”, δε θα έπρεπε να υφίσταται τόσο στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, όσο και στις ζωές μας εν γένει. Όμως, θα ήταν ωφέλιμο να αποτελέσει τροφή για σκέψη, το γεγονός ότι η αναποφασιστικότητα, η αναβλητικότητα, η ασάφεια, η άκριτη αδιακρισία και πληθώρα άλλων όμοιων αρνητικών χαρακτηριστικών, όταν προσπαθήσουν να οριστούν και να ορίσουν, εμπεριέχουν αυτό το ασθενές “ίσως”.

Το “Ναι” ή το “’Όχι” σαν έννοιες φαντάζουν απόλυτες, τρομακτικές, επιβλητικές, αλαζονικές και μερικές φορές εγωιστικές. Προσωπικά, τις χαρακτηρίζω δυναμικές και λυτρωτικές.

Σίγουρα, υπάρχουν κάποια στάδια, ώστε να φτάσεις σε κάποιο συμπέρασμα. Το πόρισμα, επομένως, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι ένα “ίσως”, εκτός και αν δεν έχεις προσπαθήσει ή δουλέψει σωστά τον συλλογισμό σου, καταλήγοντας πάλι να μιλάμε για ημιτελείς καταστάσεις, έρμαιες σε σαθρούς και μη εμπεριστατωμένους λογισμούς, καταδικασμένες να μην καταλήξουν ποτέ σε ένα συμπαγή προορισμό.

Το μεγαλύτερο μέρος ενός φοβισμένου “ίσως” βρίσκεται στη φαντασία μας και καταναλώνει μεγάλο ποσοστό πνευματικής ενέργειας, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά και πρακτικά σε άλλες λειτουργικές διαδικασίες.

Επομένως, δεν υπάρχει “ίσως” όταν:

Κυνηγάς τα όνειρά σου

Αν είσαι πριμοδοτημένος να δηλώνεις πως έχεις ένα όνειρο, τότε μην πέσεις ποτέ στην παγίδα του συμβιβασμού, που θα σε οδηγήσει σε μια μέτρια και ανιαρή κατάσταση, ενός φαύλου κύκλου, στον οποίο θα είσαι οικειοθελώς το πειραματόζωο.

Η ρόδα της υποθετικής εξίσωσης θα γυρνάει με ανεξέλεγκτους ρυθμούς και η επερχόμενη πνευματική εξουθένωση θα επέλθει αναπόφευκτα.

Συνάπτεις μια σχέση

Το κακό με εμάς τους ανθρώπους είναι πως έχουμε ξεχάσει τις εκφάνσεις της “σχέσης” και επικρατεί μια σύγχυση γύρω από τις προσωπικές και διαπροσωπικές επαφές, με αποτέλεσμα να χάνεται και το νόημά τους. Προσωπική σχέση δεν είναι αυτή που έχουμε με τον/ην σύντροφό μας, αλλά αυτή που συνάπτουμε με τον εαυτό μας. Αυτή η σχέση είναι η πιο κρίσιμη και ουσιαστική και δε δέχεται “ίσως”, καθώς όλες οι υπόλοιπες θα καταρρεύσουν με γεωμετρική πρόοδο, όπως ακριβώς πέφτει αλυσιδωτά ένα ντόμινο. Αποφασίζεις, κατόπιν λογικής, λοιπόν, με ποιον θες να προχωρήσεις σε διαπροσωπικό επίπεδο, θετικά ή αρνητικά, χωρίς δισταγμούς.

Πρόκειται να αλλάξεις τη ζωή σου

Οι περισσότεροι από εμάς δεν απολαμβάνουμε τη ζωή μας, δεν μας αρέσει ο τρόπος που σκεφτόμαστε ή οι κακές συνήθειες που έχουμε αποκτήσει κι όμως αρνούμαστε να αλλάξουμε. Θέλουμε μια διαφορετική, πιο όμορφη ζωή, στην οποία θα είμαστε πετυχημένοι, όμορφοι, υγιείς και εν τέλει πλήρεις.

Φυσικά, όλα αυτά είναι εφικτά, αρκεί να προσπαθήσουμε και να αλλάξουμε . Οι αλλαγές -προς το καλύτερο- είναι ένας δύσκολος δρόμος που απαιτεί συνεχή αγώνα αυτοβελτίωσης, ώστε να επιφέρει μακροπρόθεσμα αγαθά. Δυστυχώς, ο λόγος που λίγοι τελικά καταφέρνουν να αλλάξουν τη ζωή τους, είναι το ανασταλτικό “ίσως”. Χωρίς ρίσκο, κόπο και αποφασιστικότητα δε θα αλλάξει τίποτα και αυτό είναι -απόλυτα(!)- σίγουρο.

Είναι “Άσπρο” ή “Μαύρο”. “Ναι” ή “Όχι”. Το “ίσως” είναι και θα είναι εσαεί μια μετέωρη, ημιτελής και μη πραγματική υπόσταση.

Η Παρεξηγημένη Έννοια Του Εγωισμού

Ως ανθρώπινα όντα βουτηγμένα στη περιέργεια, προσπαθούμε να εξερευνήσουμε τις απόκρυφες πτυχές των “άλλων” καταβάλλοντας υπέρμετρη προσπάθεια στη κατανόηση της συμπεριφοράς τους, καθώς και στις σκέψεις που τους οδήγησε στη συγκεκριμένη ενέργεια.

Ξεχνάμε, όμως, μια σημαντική λεπτομέρεια: Εμάς.

Πώς είναι δυνατόν, άραγε, αν δε γνωρίζεις τη δική σου μαγιά, να πλάσεις -αφού πρώτα περάσεις το στάδιο της κατανόησης- μια δεύτερη προσωπικότητα;

Η αποστασιοποίηση, η απεξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες και εν τέλει η πνευματική απομόνωση είναι καίρια σημεία, που θα οδηγήσουν σε μια εν δυνάμει κατανόηση του Εγώ μας.

Είναι πολύ ωραίο να εκτιμάς αυτό που είσαι. Είναι πολύ ωραίο να είσαι “Εγωιστής”. Σίγουρα, οι περισσότεροι από εσάς που μόλις διαβάσατε αυτή τη φράση, με τη παγιωμένα προκατειλημμένη έννοια του εγωισμού να παρατίθεται σε ένα απόλυτα θετικό πλαίσιο, θα απορήσετε και εν συνεχεία θα διαφωνήσετε.

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, όμως, τι σημαίνει “Εγωισμός”; Αν σπάσουμε τη λέξη σε δύο μέρη (Εγώ + -ισμός) θα δούμε ετυμολογικά πως μιλάμε απλά για αγάπη προς τον εαυτό μας. Γιατί μας έχουν μάθει ότι είναι κακό να αγαπάμε τον εαυτό μας;

Πολλοί θεωρούν πως αν αγαπάμε τον εαυτό μας, δεν αφήνουμε χώρο μέσα μας για τους άλλους και αυτό μας κάνει αδιάφορους, απάνθρωπους, αναίσθητους, αδιάφορους, φειδωλούς.

Προσωπικά θεωρώ πως δεν υφίσταται αγάπη για τον άλλο, που να μη ξεκινάει από την αγάπη για τον εαυτό του, η οποία όχι απλά δε θα τον μετατρέψει στα παραπάνω κοσμητικά επίθετα, αλλά θα τον κάνει πιο δυνατό, σίγουρο και αμετάκλητο κριτή όταν θα επιλέξει να μετατρέψει τη σκέψη του σε ενέργεια προς ένα τρίτο πρόσωπο.

Θα είναι γνώστης των πράξεών του και εγωιστικά θα πάρει την ευθύνη που αυτές φέρουν, χωρίς να φορτώσει το εμπλεκόμενο πρόσωπο με τύψεις που κρύβουν οι ενοχικές “ανιδιοτελείς” προσωπικότητες.

Εδώ οφείλει να γίνει μια επεξήγηση-επισήμανση: όλες οι έννοιες, ακόμα και οι πιο αγαθές, όταν κινούνται και εκφράζονται ακραία, τείνουν να γίνουν αρνητικές, πόσο μάλλον όταν αναλαμβάνουμε να εξαγνίσουμε μια καθολικά αρνητικά δοσμένη έννοια, αυτή του “Εγωισμού”.

Το θέμα είναι κατά πόσο έχουμε τη διάθεση και την υποδομή να αποτινάξουμε τις αντιλήψεις που έχουμε συντηρήσει παραδοσιακά στο μυαλό μας και να τις αντικαταστήσουμε με αυθεντικές και καινοτόμες προοπτικές.

Υπάρχει, λοιπόν, υγιής και νοσηρός εγωισμός. Και στις δύο περιπτώσεις, το άτομο θεωρεί πως είναι το κέντρο του κόσμου. Η ειδοποιός διαφορά βρίσκεται στο ότι ένας υγιής εγωιστής είναι κυρίαρχος του δικού του κόσμου, ενώ η νοσηρότητα απαιτεί να γίνει το κέντρο του κόσμου των άλλων και εκεί χάνεται το παιχνίδι.

Είναι ανάξιο να μειώνουμε τον εαυτό μας και να επιτρέπουμε στους άλλους να θεωρούν πως αποτελούν εκείνοι το κέντρο της δικής μας ζωής.

Καθημερινά οφείλουμε εγωιστικά να είμαστε καλύτεροι από αυτό που ήμαστε εχθές και όχι καλύτεροι από τον διπλανό μας.

Η παγίδα στην οποία πέφτουν, συνήθως, οι πολέμιοι του εγωισμού είναι πως προσπαθούν να γίνουν αυτό που “Πρέπει” να είναι για τους άλλους.

Καταδυναστεύουν τη προσωπικότητά τους και γίνονται έρμαια αποφάσεων που δεν έχουν κλιθεί καν να σκεφτούν, να αναλογιστούν και να ζυγίσουν αιτίες και συνέπειες.

Παραφράζοντας -λίγο- ένα γνωμικό του Albert Einstein, όλοι γνωρίζουμε κάτι. Το καταλαβαίνουμε, όμως;

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως η ζωή μας διαμορφώνεται από τον τρόπο που την ερμηνεύουμε. Από τις σκέψεις και τη δομή που της δίνουν οι ερμηνείες μας.

Επομένως, εφόσον γνωρίζουμε ότι οφείλουμε να είμαστε πρωταγωνιστές και όχι κομπάρσοι στη ζωή μας, γιατί δίνουμε το ρόλο μας να διαβαστεί από τρίτους;

Δεν είναι και τόσο εγωιστικό όσο φαίνεται

Η Σκέψη που δε Γίνεται Πράξη

Όταν προσπαθείς να καταπιαστείς με ένα θέμα που εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα απόψεων, δύο είναι τα τινά: είτε να μείνεις στην επιφάνεια κενολογώντας είτε να εκφραστείς τόσο σύνθετα, ώστε στο τέλος να μη καταλάβεις ούτε εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου.

Επιλέγοντας να ξεκινήσω κατ’ αυτό το τρόπο, σκόπιμα καταδεικνύω την επιτακτική ανάγκη της πρακτικής θεωρίας.

Είναι όμορφο να υπάρχει μια σωστή πρώτη ύλη, βασισμένη σε μια ολοκληρωμένη θεωρία, όμως, δεν αρκεί αν δε συνοδεύεται με την ανάλογη απόδειξη.

Η κοινωνία μας και οι σχέσεις αλληλεπίδρασης που ενυπάρχουν σε αυτή διαμορφώνονται, αναπτύσσονται και εξελίσσονται πρακτικά.

Τα ερεθίσματα που λαμβάνουμε στη καθημερινότητά μας, μας δημιουργούν συναισθήματα, τα οποία πρέπει να εκτονωθούν με κάποια μορφή αντίδρασης. Όταν η αντίδραση μετασχηματίζεται σε απόφαση, το συναίσθημα αποκτά τη μορφή της διέγερσης, κατά την οποία διακατεχόμαστε από ένα ευχάριστο άγχος.

Γιατί οι σκέψεις μας αδυνατούν να μεταφραστούν, τις περισσότερες φορές, σε πράξεις, λοιπόν;

Πολλές φορές, καταγράφουμε τη κατάσταση-ερέθισμα, ξέρουμε τι θέλουμε, κινητοποιούμε την ενέργεια του συναισθήματος, αλλά τελευταία στιγμή, δε τολμάμε να περάσουμε στη πράξη, διακόπτοντας τη νοερή διεργασία που ξεκινήσαμε.

Έτσι, καταλήγουμε να αμφιβάλλουμε για την αρχική μας θέση, καταλήγοντας σε μια, αρνητική αυτή τη φορά, αγχογόνo κατάσταση παράλυσης.

Πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο της ματαίωσης ή ενός εξωγενούς συμβάντος που θα αναβάλει τα σχέδιά μας. Αλλά για πόσο; Ο χρόνος που θα επιτρέψουμε να μας επηρεάζουν οι παράγοντες αυτοί είναι ένα βολικό άλλοθι για να δικαιολογήσουμε τα πραγματικά αίτια που υποβόσκουν ενδόμυχα και παρακωλύουν την υλοποίηση της σκέψης.

Όσο πικρό κι αν ακούγεται, δεν έχει καμία σημασία η πρόθεση, αλλά η έκβαση που αυτή επιφέρει.

Η ταυτότητά μας καθορίζεται από τα πεπραγμένα και όχι από το συνονθύλευμα σκέψεων που έχουμε γύρω από δυνητικές καταστάσεις.

Ο τρόπος που θα συμπεριφερθούμε απέναντι στον εαυτό μας και στους γύρω μας θα αποτελέσει σημείο αναφοράς και ένδειξη συμβατότητας σκέψης και πράξης.

Στη τελική κρινόμαστε….

Για αυτό που δείχνουμε ότι είμαστε στον έξω κόσμο και όχι για αυτό που σκεφτόμαστε ότι θα έπρεπε να είμαστε. Αν θεωρούμε, λοιπόν, ότι το “είναι” της σκέψης μας αποτελεί δική μας δημιουργία και όχι κάποιο αποκύημα “ευγενών” εξωτερικών παραινέσεων γιατί να μην αποτυπωθεί και στο “φαίνεσθαι”;

Για να προλάβω να καλύψω τα νότα μου, οφείλω να δηλώσω πρόμαχος του “είναι” και όχι του “φαίνεσθαι”. Μόνο που υπάρχουν κάποιες λεπτές γραμμές στις έννοιες αυτές, τις οποίες αν δε διαχειριστείς με αυθεντικότητα, τείνεις να εξαλείψεις και να ευτελίσεις το νόημά τους, διαβρώνοντας τις ισορροπίες ανάμεσά τους. Στη προκειμένη περίπτωση, θέλησα να τις ενώσω και να τις παρουσιάσω ως αλληλένδετες καταστάσεις, όπου το “είναι”, δηλαδή η θεωρία, ολοκληρώνεται πρακτικά μέσα από το “φαίνεσθαι” αυτής.

Αν σταματήσουμε να κομπάζουμε για το τι “είμαστε” και εισχωρήσουμε στο “φαίνεσθαι” αυτού που δηλώνουμε, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι πιο γόνιμα απ’ όσο περιμένουμε.